Η Κύπρος εισέρχεται σε μια νέα πολιτική περίοδο, με τη σύνθεση της Βουλής να αλλάζει αισθητά, όχι τόσο στην κορυφή όσο στη δομή του κομματικού συστήματος.
Με καταμετρημένο περίπου το 90% των ψηφοδελτίων, στη νέα Βουλή εισέρχονται έξι κόμματα: Δημοκρατικός Συναγερμός, ΑΚΕΛ, Δημοκρατικό Κόμμα, ΕΛΑΜ, Άλμα και Άμεση Δημοκρατία. Εκτός μένουν, με βάση την έως τώρα καταμέτρηση, η ΕΔΕΚ, η ΔΗΠΑ και οι Οικολόγοι.
Η εικόνα των εδρών δείχνει ότι ο Δημοκρατικός Συναγερμός παραμένει πρώτη δύναμη με 17 έδρες, όσες είχε και στην απερχόμενη Βουλή. Το ΑΚΕΛ ακολουθεί με 15 έδρες, επίσης διατηρώντας την κοινοβουλευτική του δύναμη.
Το Δημοκρατικό Κόμμα περιορίζεται στις 8 έδρες, ενώ το ΕΛΑΜ ανεβαίνει στις 8, διπλασιάζοντας ουσιαστικά την παρουσία του σε σχέση με τις 4 έδρες που είχε στην προηγούμενη Βουλή.
Το Άλμα και η Άμεση Δημοκρατία εισέρχονται για πρώτη φορά με 4 έδρες το καθένα.
Το ΕΛΑΜ δεν ήρθε απλά τρίτο.
Ήρθε για να στείλει μήνυμα ισχυρό.
Η νέα κατανομή των εδρών
Τα τελικά συγκεντρωτικά αποτελέσματα με καταμετρημένο το 100% των ψήφων έχουν ως εξής:
Δημοκρατικός Συναγερμός - 17 έδρες - 27,1%
ΑΚΕΛ - 15 έδρες - 23,9%
ΕΛΑΜ - 8 έδρες - 10,9%
Δημοκρατικό Κόμμα - 8 έδρες - 10%
ΑΛΜΑ - 4 έδρες - 5,8%
Άμεση Δημοκρατία - 4 έδρες - 5,4%.
Εγγεγραμμένοι: 569.182.
Ψήφισαν: 380.851 (66,91%)

Το ΕΛΑΜ γίνεται κεντρικός παίκτης
Η μεγάλη άνοδος του ΕΛΑΜ είναι από τα βασικά πολιτικά γεγονότα της βραδιάς. Το κόμμα από 4 έδρες ανεβαίνει στις 8, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη θεσμική του ενίσχυση μέχρι σήμερα. Το Reuters, μεταδίδοντας τα πρώτα αποτελέσματα, σημείωσε ότι το ΕΛΑΜ κατέγραφε σημαντική άνοδο σε σχέση με το 2021, όταν είχε λάβει 6,8%, ενώ στην αρχική καταμέτρηση εμφανιζόταν γύρω στο 11,1%.
Η άνοδος αυτή δεν είναι μόνο αριθμητική. Αλλάζει και τους συσχετισμούς στη Βουλή. Το ΕΛΑΜ παύει να είναι απλώς μια μικρή κοινοβουλευτική δύναμη διαμαρτυρίας και μετατρέπεται σε κόμμα με βαρύτητα σε νομοθετικές ισορροπίες, σε επιτροπές, σε κοινοβουλευτικές συμμαχίες και πιθανώς σε μελλοντικές προεδρικές εξισώσεις.
Για ένα πολιτικό σύστημα που επί χρόνια λειτουργούσε με προβλέψιμους πόλους, η ενίσχυση του ΕΛΑΜ δείχνει μετακίνηση μέρους του εκλογικού σώματος προς σκληρότερες θέσεις, κυρίως στα ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας, Κυπριακού και αντισυστημικής ψήφου.
Αυτό που πέτυχε το ΕΛΑΜ δεν είναι απλή άνοδος. Είναι καθαρή απόρριψη του πολιτικού κατεστημένου που επί δεκαετίες οδηγεί την Κύπρο στην παρακμή.
Ο κυπριακός λαός είναι πια θυμωμένος.
Βλέπει:
- Μαζική παράνομη μετανάστευση που γεμίζει τις γειτονιές, πιέζει μισθούς και εγκληματικότητα.
- Διαφθορά και σκανδάλα χωρίς τιμωρία.
- Παραδοσιακά κόμματα που συνεχίζουν την ίδια αποτυχημένη πολιτική στο Κυπριακό, με υποχωρήσεις και «λύσεις» που μυρίζουν προδοσία.
- Οικονομική πίεση, ακρίβεια και αίσθηση ότι «όλοι οι ίδιοι είναι».
- Οι πολίτες βαρέθηκαν τις κενές υποσχέσεις, τις παχυλές συντάξεις βουλευτών και την πολιτική ορθότητα που αφήνει τον τόπο χωρίς άμυνα.
Το ΕΛΑΜ μίλησε καθαρά, πατριωτικά και χωρίς φόβο – και ο κόσμος το αντάμειψε.
Το πολιτικό τοπίο άλλαξε. Τα παλιά κόμματα χάνουν την κυριαρχία τους και το ΕΛΑΜ αναδεικνύεται ως η ισχυρή πατριωτική αντιπολίτευση που δεν διστάζει να πει αυτά που οι άλλοι κρύβουν.
Η Κύπρος αρχίζει να ξυπνά.
Και το ΕΛΑΜ είναι η φωνή αυτού του ξυπνήματος.
ΥΣ Τα είχαμε γράψει αυτά προεκλογικά για την άνοδο του ΕΛΑΜ....αλλά είχαμε αντιδράσεις από διάφορες φωνές που δεν ήθελαν να τα πιστέψουν.
Η οργανωτική και επικοινωνιακή ωρίμανση: Μαθήματα από τη Χρυσή Αυγή και το ΕΛΑΜ
Ένα από τα κρισιμότερα στοιχεία που καθορίζουν την μακροπρόθεσμη επιτυχία ή αποτυχία ενός πολιτικού φορέα είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται, λειτουργεί εσωτερικά, επιλέγει τα στελέχη του και παρουσιάζεται στο ευρύτερο κοινό.
Σε αυτό το πεδίο, η σύγκριση μεταξύ της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα και του Εθνικού Λαϊκού Μετώπου (ΕΛΑΜ) στην Κύπρο είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική.
Η Χρυσή Αυγή λειτούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα με ισχυρά συγκεντρωτικά χαρακτηριστικά και έντονη έμφαση σε μια υποκουλτούρα που θύμιζε περισσότερο κινηματική-στρατιωτική οργάνωση παρά σύγχρονο πολιτικό κόμμα.
Η επιλογή πολιτευτών βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε πρόσωπα με πιστή προσήλωση στον πυρήνα, αλλά συχνά με περιορισμένη παιδεία, επαγγελματική εμπειρία και κοινοβουλευτική ικανότητα.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια κοινοβουλευτική ομάδα που δυσκολευόταν να πείσει πέρα από τον σκληρό πυρήνα των οπαδών της. Η λειτουργία παρέμεινε εσωστρεφής, με περιορισμένη ανανέωση και αδυναμία προσέλκυσης στελεχών με υψηλότερο μορφωτικό και κοινωνικό κεφάλαιο.
Πέρα από τα οργανωτικά, υπήρξε και μια βαθύτερη στρατηγική επιλογή: η ηγεσία και ο πυρήνας της Χρυσής Αυγής δεν φάνηκε να επιδιώκει πραγματικά την κυβερνητική εξουσία.
Αντίθετα, επέλεξε συνειδητά τον ρόλο του «ΚΚΕ της Δεξιάς» — δηλαδή ενός κόμματος διαμαρτυρίας, καθαρά αντισυστημικού, που προτιμά να παραμένει στην αντιπολίτευση, να ασκεί σκληρή κριτική και να διατηρεί την καθαρότητα της ταυτότητάς του, παρά να εμπλακεί σε διαδικασίες διακυβέρνησης και συμβιβασμών.
Αυτή η νοοτροπία περιόρισε σημαντικά την πολιτική του ευελιξία και την ικανότητά του να μετατρέψει την κοινωνική αγανάκτηση σε μακροπρόθεσμη πολιτική επιρροή.
Στον αντίποδα, το ΕΛΑΜ φαίνεται να έχει υιοθετήσει μια πιο ώριμη και ευέλικτη προσέγγιση.
Έχει επενδύσει στην επιλογή πολιτευτών με καλύτερη παρουσία, ρητορική ικανότητα και συχνά υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, χωρίς να εγκαταλείπει τον ιδεολογικό του πυρήνα.
Η οργανωτική του δομή δείχνει μεγαλύτερη πειθαρχία, στρατηγικό σχεδιασμό και διάθεση για θεσμική παρουσία, ενώ έχει καταφέρει να χτίσει μια πιο σοβαρή εικόνα μέσα στο Κυπριακό Κοινοβούλιο.
Στο επίπεδο της επικοινωνίας και του μάρκετινγκ, η διαφορά είναι ακόμα πιο εμφανής.
Η Χρυσή Αυγή υιοθέτησε ένα αισθητικό και ρητορικό μοντέλο εμπνευσμένο από κινηματικές παραδόσεις του Μεσοπολέμου: έντονη θεατρικότητα, μαζικές συγκεντρώσεις με στρατιωτικό χαρακτήρα και μια εικόνα που απευθυνόταν κυρίως σε όσους αναζητούσαν ριζοσπαστική ρήξη.
Αυτό το branding είχε ισχυρή απήχηση σε συγκεκριμένα ακροατήρια, αλλά λειτουργούσε αποτρεπτικά για το ευρύτερο κοινό που επιθυμούσε σοβαρότητα και πολιτική αξιοπιστία.
Το ΕΛΑΜ, αντίθετα, έχει υιοθετήσει ένα πιο σύγχρονο, καθαρό και «πατριωτικό-συντηρητικό» μάρκετινγκ. Η επικοινωνία του είναι πιο προσεγμένη, λιγότερο επιθετική στην εικόνα και περισσότερο εστιασμένη σε συγκεκριμένα ζητήματα όπως το Κυπριακό, η μετανάστευση, η ασφάλεια και η διαφθορά. Αυτό του επιτρέπει να εμφανίζεται ως σοβαρή και υπεύθυνη δύναμη.
Οι ψηφοφόροι που στήριξαν μαζικά τη Χρυσή Αυγή την περίοδο 2012-2015 προέρχονταν κατά κύριο λόγο από τα εξής στρώματα:
- Νέοι άνδρες, ιδίως σε αστικές και ημι-αστικές περιοχές, συχνά άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι.
- Μικρομεσαία τάξη που είχε πληγεί βάναυσα από την οικονομική κρίση (επαγγελματίες, τεχνίτες, μικρέμποροι).
- Παλαιότεροι ψηφοφόροι της Δεξιάς που απογοητεύτηκαν από την πολιτική της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.
- Άτομα με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, που ένιωθαν αποκλεισμένοι από το πολιτικό σύστημα.
Αυτό που περίμεναν από τη Χρυσή Αυγή δεν ήταν τόσο ένα λεπτομερές κυβερνητικό πρόγραμμα, όσο μια δυναμική φωνή διαμαρτυρίας και μια ριζική ρήξη με το διεφθαρμένο κατεστημένο.
Ήθελαν κάποιον να «μιλήσει τη γλώσσα τους», να υπερασπιστεί με σθένος τα εθνικά θέματα, να αντιμετωπίσει το μεταναστευτικό και να αποκαταστήσει ένα αίσθημα τάξης και υπερηφάνειας.
Πολλοί ψήφισαν περισσότερο με θυμό και αγανάκτηση παρά με ιδεολογική ωριμότητα, βλέποντας το κόμμα ως «εκδίκηση» απέναντι στο πολιτικό σύστημα που τους είχε εγκαταλείψει.
Η επιλογή του ρόλου του «μόνιμου αντισυστημικού» (σαν ΚΚΕ της Δεξιάς) ταιριάζει απόλυτα με αυτό το προφίλ ψηφοφόρων, αλλά ταυτόχρονα περιόρισε τις δυνατότητες ανάπτυξης του χώρου προς ευρύτερα στρώματα.
Στο τέλος, η πολιτική δεν είναι μόνο θέμα ιδεών, αλλά και ικανότητας υλοποίησής τους.
Η διαφορά στην οργάνωση, στην ποιότητα των στελεχών, στη στρατηγική στόχευση και στο μάρκετινγκ είναι αυτό που συχνά καθορίζει ποιος θα παραμείνει περιθωριακός και ποιος θα διεκδικήσει ρόλο πρωταγωνιστή.
Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις (Μάιος 2026) δείχνουν το ΕΛΑΜ να κινείται σταθερά στην τρίτη θέση με ποσοστά πάνω από 14%, διεκδικώντας 10-11 έδρες στη νέα Βουλή.
Αυτή η επίδοση θα αποτελέσει ιστορικό υψηλό για το κόμμα και θα το καθιερώσει ως ισχυρή τρίτη δύναμη, ικανή να επηρεάζει σημαντικά τις μετεκλογικές ισορροπίες στην Κύπρο.
Η διαφορά αυτή σε σχέση με τη Χρυσή Αυγή αποδεικνύει ότι η σωστή οργανωτική ωρίμανση, η ανανέωση στελεχών και η προσεγμένη επικοινωνία μπορούν να μετατρέψουν την κοινωνική δυσαρέσκεια σε διαρκή και αξιόπιστη πολιτική επιρροή.
Το ΕΛΑΜ δείχνει να έχει πάρει σημαντικά μαθήματα από αυτή την πορεία.
Η ΧΑ πλήρωσε ακριβά την έλλειψη ευελιξίας και την άρνησή της να «εκσυγχρονιστεί» οργανωτικά και επικοινωνιακά. Το ΕΛΑΜ δείχνει να έχει πάρει το μάθημα: διατηρεί την ιδεολογική σκληρότητα στον πυρήνα, αλλά προσπαθεί να παρουσιαστεί ως σοβαρή, πειθαρχημένη και «αποδεκτή» δύναμη στο ευρύτερο κοινό.
Το ερώτημα είναι αν θα καταφέρει να κρατήσει αυτή την ισορροπία όταν μεγαλώσει κι άλλο, ή αν θα πέσει σε άλλα λάθη (π.χ. συμβιβασμούς ή εσωτερικές διασπάσεις).
0 Σχόλια