-->

Ad Code

Responsive Advertisement

Κατά 42% μειώθηκαν οι γεννήσεις στην Ελλάδα μέσα σε 15 χρόνια – 184 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις

 

Από 117.440 γεννήσεις το 2009 στις 68.310 το 2024 – Σχεδόν 480.000 λιγότερες γυναίκες ηλικίας 25-44 ετών  

Κατά 42% μειώθηκαν οι γεννήσεις στην Ελλάδα μέσα σε 15 χρόνια, από 117.440 το 2009 σε 68.310 το 2024, ενώ την ίδια περίοδο αυξήθηκε σημαντικά και η μέση ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη μεγάλη δημογραφική αλλαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη στη χώρα, με λιγότερες γεννήσεις, περισσότερους θανάτους και σημαντική συρρίκνωση του πληθυσμού αναπαραγωγικής ηλικίας.

Σύμφωνα με έρευνα του ομότιμου καθηγητή Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη, η Ελλάδα βρίσκεται εδώ και δεκαετίες σε τροχιά δημογραφικής υποχώρησης.

Ο μέσος αριθμός γεννήσεων, που το 1979-80 ανερχόταν περίπου στις 148.000 ετησίως, περιορίστηκε στις 67.000 το 2024-25.

Παράλληλα, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού αυξήθηκε από τα 26,2 έτη στα 32,2 έτη, δηλαδή σχεδόν κατά έξι χρόνια.

Η πτώση των γεννήσεων άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Μία μικρή εξαίρεση καταγράφηκε την περίοδο 2003-2009, όταν σημειώθηκε περιορισμένη αύξηση, η οποία συνδέεται κυρίως με τη μαζική είσοδο αλλοδαπών στη χώρα μετά το 1990.

Λιγότερα παιδιά ανά γυναίκα


Η αλλαγή αποτυπώνεται και στις γενιές των γυναικών. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου 2 παιδιά, ενώ για τις γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αριθμός έχει πέσει κάτω από 1,5 παιδί.

Ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας, ο οποίος την περίοδο 1979-80 αντιστοιχούσε σε περίπου 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες, περιορίστηκε στα 1.240 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 2024-25.

Η εξέλιξη αυτή έχει επηρεάσει καθοριστικά και τη φυσική μεταβολή του πληθυσμού.

Την περίοδο 1971-1980 οι γεννήσεις ήταν κατά περίπου 638.000 περισσότερες από τους θανάτους. Την επόμενη δεκαετία το θετικό ισοζύγιο περιορίστηκε στις 276.000, ενώ στην αμέσως επόμενη δεκαετία έφτασε μόλις τις 22.000.

Από το 2011 έως το 2020, η εικόνα αντιστράφηκε πλήρως, καθώς οι θάνατοι ήταν κατά 267.000 περισσότεροι από τις γεννήσεις. Την περίοδο 2021-2025 η διαφορά αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, με τους θανάτους να ξεπερνούν τις γεννήσεις κατά περίπου 290.000.

42% λιγότερες γεννήσεις σε 15 χρόνια


Το μέγεθος της αλλαγής φαίνεται καθαρά και στα πιο πρόσφατα στοιχεία. Οι γεννήσεις μειώθηκαν από 117.700 το 2008-09 σε 66.700 το 2024-25.

Σε εθνικό επίπεδο, από το 2009 έως το 2024 η μείωση έφτασε το 42%, καθώς οι γεννήσεις υποχώρησαν από 117.440 σε 68.310.

Η κατάσταση δεν είναι ίδια σε όλες τις περιοχές της χώρας. Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας η μείωση των γεννήσεων ξεπέρασε το 50%.

Πρόκειται για τη Θεσπρωτία, τα Γρεβενά, τη Φθιώτιδα, την Κοζάνη, την Ευρυτανία και τη Φλώρινα.

Σε ακόμη 10 νομούς η πτώση κυμάνθηκε μεταξύ 45% και 50%.

Αντίθετα, στους έξι νησιωτικούς νομούς η μείωση ήταν μικρότερη από 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο ήταν μικρότερη από 15%.

Οι θάνατοι σχεδόν διπλάσιοι από τις γεννήσεις


Την ίδια ώρα, αυξάνεται συνεχώς η αναλογία θανάτων προς γεννήσεις. Το 2009 αντιστοιχούσαν περίπου 92 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, ενώ το 2024 η αναλογία έφτασε τους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Η εικόνα παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις από νομό σε νομό. Το 2024 η αναλογία κυμάνθηκε από 79 έως 276 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Σε τρεις νομούς της Δυτικής Ελλάδας και της Θράκης, αλλά και σε τρεις από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης, καταγράφηκαν λιγότεροι θάνατοι από γεννήσεις. Πρόκειται για τα Δωδεκάνησα, την Ξάνθη, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο.

Στον αντίποδα, σε 17 νομούς, όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα, καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις.

Σε εννέα νομούς μάλιστα καταγράφηκαν τουλάχιστον δύο θάνατοι για κάθε μία γέννηση. Πρόκειται για τα Τρίκαλα, την Αρκαδία, το Κιλκίς, την Καρδίτσα, την Άρτα, την Ευρυτανία, τη Φωκίδα, τα Γρεβενά και τις Σέρρες.

Γιατί υπάρχουν τόσο μεγάλες διαφορές ανά περιοχή


Η δημογραφική εικόνα κάθε περιοχής εξαρτάται κυρίως από δύο παράγοντες: τον αριθμό των γυναικών ηλικίας 25-45 ετών και τη γονιμότητά τους, καθώς και από τον αριθμό των ηλικιωμένων και τη θνησιμότητα.

Για παράδειγμα, δύο περιοχές με πληθυσμό 100.000 κατοίκων μπορούν να έχουν εντελώς διαφορετικό αριθμό γεννήσεων.

Αν στη μία υπάρχουν 30.000 γυναίκες ηλικίας 25-45 ετών και στην άλλη 15.000, με τα ίδια ποσοστά γονιμότητας, η πρώτη θα έχει περίπου διπλάσιες γεννήσεις.

Αντίστοιχα, εάν μία περιοχή έχει 15.000 άτομα άνω των 65 ετών και μια άλλη 30.000, με τις ίδιες ηλικιακές πιθανότητες θανάτου, η δεύτερη θα καταγράφει περίπου διπλάσιους θανάτους.

Οι περιοχές που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη πτώση στις γεννήσεις είναι κυρίως εκείνες όπου καταγράφηκε χαμηλή γονιμότητα ήδη από τη γενιά του 1960, ενώ στις επόμενες γενιές η πτώση συνεχίστηκε ταχύτερα.

Παράλληλα, σε αυτές τις περιοχές μειώθηκε περισσότερο και ο αριθμός των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία.

Αντίθετα, στις περιοχές όπου οι γεννήσεις παραμένουν σχετικά υψηλότερες, η πτώση της γονιμότητας ήταν ηπιότερη, η αύξηση του ηλικιωμένου πληθυσμού πιο αργή και διατηρήθηκε μεγαλύτερο μέρος του νεότερου πληθυσμού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, καταγράφηκε προσέλκυση νέων κατοίκων τόσο από άλλες περιοχές της Ελλάδας όσο και από το εξωτερικό.

Οι βασικοί παράγοντες που διαμορφώνουν τις περιφερειακές διαφορές είναι επομένως η μείωση της γονιμότητας, η δημογραφική γήρανση και οι εσωτερικές και εξωτερικές μεταναστευτικές ροές.

Η επόμενη μεγάλη δημογραφική πίεση


Η πτώση των γεννήσεων των τελευταίων 15 ετών είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που καταγράφηκε τη δεκαετία του 1980. Τότε, από το 1980 έως το 1990, οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά περίπου 31%, από τις 148.000 στις 102.000.

Σήμερα, όμως, η μείωση έχει φτάσει το 42% μέσα σε μόλις 15 χρόνια.

Η δημογραφική πίεση αναμένεται να συνεχιστεί και τις επόμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, μια νέα σημαντική μείωση των γεννήσεων, της τάξης του 15%, αναμένεται μεταξύ 2045 και 2060, ανεξάρτητα από το σενάριο που θα ακολουθήσουν η γονιμότητα και η θνησιμότητα.

Ο λόγος είναι ότι τότε θα φτάσουν σε ηλικίες αναπαραγωγής οι γενιές που γεννήθηκαν την περίοδο 2010-2029. Οι συγκεκριμένες γενιές είναι περίπου 450.000 άτομα λιγότερες σε σχέση με τις γενιές που γεννήθηκαν μεταξύ 1990 και 2009.

Έτσι, ακόμη και αν τα ποσοστά γονιμότητας παραμείνουν στα ίδια επίπεδα, ο μικρότερος αριθμός των μελλοντικών γονέων θα περιορίσει εκ των πραγμάτων τον αριθμό των γεννήσεων.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

Ad Code

Responsive Advertisement