Δυστοπικός εφιάλτης η ζωή για τους Έλληνες!
Υποθέσεις φρίκης στην Κυψέλη, το νεκρό βρέφος μέσα σε διαμέρισμα και η νεκρή γυναίκα μέσα σε βαλίτσα
Πόσους ακόμα νεκρούς πρέπει να βγάλουν τα διαμερίσματα της Αθήνας για να παραδεχθεί, επιτέλους, η κυβέρνηση ότι σε ορισμένες γειτονιές της πρωτεύουσας η κρατική παρουσία έχει γίνει περισσότερο υπόσχεση παρά καθημερινή πραγματικότητα;
Γράφει ο Ειδικός Συνεργάτης - dimokratia.gr
Η Κυψέλη μετρά μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα δύο υποθέσεις φρίκης. Μια γυναίκα νεκρή μέσα σε βαλίτσα. Ενα νεκρό βρέφος μέσα σε διαμέρισμα. Δύο διαφορετικές υποθέσεις, χωρίς στοιχεία που να τις συνδέουν. Ενα κοινό όμως ερώτημα: ποιος ελέγχει τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες;
Η απάντηση που προκύπτει όλο και συχνότερα είναι απλή και ανησυχητική: κανείς επαρκώς. Εχει επικρατήσει μια στρεβλή αντίληψη ότι μέσα στο διαμέρισμά του ο ιδιοκτήτης μπορεί να κάνει περίπου ό,τι θέλει. Ομως η πολυκατοικία είναι κοινός χώρος συνύπαρξης. Η είσοδος, το ασανσέρ, το κλιμακοστάσιο, οι κοινόχρηστοι χώροι και η ασφάλεια του κτιρίου αφορούν όλους.
Δεν μπορεί ένα διαμέρισμα να λειτουργεί σαν μικρό ανεξέλεγκτο βασίλειο όταν οι συνέπειες μεταφέρονται στους υπολοίπους. Ούτε μπορεί να ζητείται από τον μόνιμο κάτοικο να θεωρεί φυσιολογικά το μπες βγες αγνώστων, τη διαρκή εναλλαγή προσώπων και την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία κλειδιών. Αυτό δεν είναι «φοβία». Είναι στοιχειώδες αίτημα ασφάλειας.
Η Κυψέλη δεν είναι μόνη. Μαζί με τον Αγιο Παντελεήμονα, τα Πατήσια, την Ομόνοια και τμήματα του ιστορικού κέντρου σηκώνει εδώ και χρόνια βάρος πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που αντιστοιχεί σε μια κανονική γειτονιά. Αποτελούν «απαγορευμένες επικράτειες» εντός του ελληνικού εδάφους. Υψηλή πυκνότητα κατοίκησης. Μεγάλη κινητικότητα πληθυσμών.
Βραχυχρόνιες και άτυπες μισθώσεις. Διαμερίσματα με διαρκώς μεταβαλλόμενη χρήση. Ναρκωτικά. Παράνομες οικονομίες. Χιλιάδες περιπτώσεις ανθρώπων με περιοριστικούς όρους που εμφανίζονται στα τοπικά αστυνομικά τμήματα. Και απέναντι σε όλα αυτά υπηρεσίες που λειτουργούν συχνά στα όριά τους.
Η κυβέρνηση μιλά για «ένταξη» – οι κάτοικοι μιλούν για εγκατάλειψη. Για χρόνια κάθε σοβαρή συζήτηση για την κατάσταση σε συγκεκριμένες γειτονιές πνιγόταν μέσα σε λέξεις. «Πολυπολιτισμικότητα». «Ενταξη». «Συμπερίληψη». «Ανοχή». Ολα αυτά θα είχαν ίσως νόημα μόνο όταν συνοδεύονται από κανόνες.
Το παράδοξο, αντίθετα, είναι ότι συχνά ο κάτοικος που διαμαρτύρεται πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι δεν είναι «κακός άνθρωπος». Να εξηγήσει ότι δεν μισεί. Οτι δεν γενικεύει. Οτι γνωρίζει τα κοινωνικά αίτια της εγκληματικότητας. Οτι χρησιμοποιεί τις σωστές λέξεις. Και μόνο τότε του επιτρέπεται σχεδόν να πει: «Δεν αισθάνομαι ασφαλής». Αυτή η αντιστροφή βολεύει πολιτικά.

Γιατί μεταφέρει τη συζήτηση από την αποτυχία του κράτους στις προθέσεις του πολίτη. Αντί να απαντήσει η κυβέρνηση γιατί δεν υπάρχει επαρκής έλεγχος, καλείται ο κάτοικος να απολογηθεί επειδή ζητεί περισσότερο. Μάλιστα το κράτος φτάνει πάντα μετά. Αυτό είναι το σταθερό μοτίβο. Μετά την καταγγελία. Μετά τη βία. Μετά τη διακίνηση. Μετά την εξαφάνιση. Μετά τον φόνο. Μετά τη βαλίτσα.Μετά τις κάμερες. Τότε εμφανίζονται οι περιπολίες. Τότε αρχίζουν οι έλεγχοι. Τότε αναζητούνται συμβόλαια και ιδιοκτήτες. Τότε όλοι ανακαλύπτουν ότι «υπήρχαν ενδείξεις».
Οι ευθύνες
Αυτό δεν είναι πρόληψη. Είναι διαχείριση των συνεπειών. Και το κράτος δεν υπάρχει μόνο για να καταγράφει το έγκλημα αφού συμβεί. Υπάρχει για να δημιουργεί συνθήκες μέσα στις οποίες η ανομία δυσκολεύεται να ριζώσει. Η λέξη «καθαρίστε» ενοχλεί; Ας ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει. Να καθαρίσει το κέντρο της Αθήνας από παράνομες οικονομίες. Από κυκλώματα ναρκωτικών. Από εκμετάλλευση ανθρώπων.
Από ανεξέλεγκτες χρήσεις ακινήτων. Από παράνομους χώρους. Από εταιρίες που διαχειρίζονται ακίνητα χωρίς πραγματική εποπτεία. Από αλυσίδες ιδιοκτητών, μεσαζόντων και χρηστών όπου κανείς δεν αναλαμβάνει ευθύνη. Από την κουλτούρα του «δεν ξέραμε». Και κυρίως από την κυβερνητική συνήθεια να παρουσιάζει ως κοινωνική ευαισθησία αυτό που συχνά δεν είναι τίποτε περισσότερο από διοικητική αδράνεια.

Οι σκοτεινές διαδρομές και οι δράσεις των «ministries»
Η πρόσφατη δολοφονία της 38χρονης στην Κυψέλη ανοίγει κι ένα δεύτερο κεφάλαιο: ποιος ελέγχει τις μικρές «ανθρωπιστικές» και θρησκευτικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται μέσα σε διαμερίσματα της Αθήνας; Η υπόθεση της 38χρονης Elisabeth-Jane Ross (φωτό κάτω), της γυναίκας που βρέθηκε νεκρή μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλειμμένο κτίριο της Κυψέλης, δεν περιορίζεται μόνο στην αστυνομική έρευνα για τη δολοφονία της.

Πίσω από την ιστορία εμφανίζεται ακόμα ένα λιγότερο φωτισμένο δίκτυο. Μικρές χριστιανικές οργανώσεις. «Ministries». Εθελοντές. Διαμερίσματα φιλοξενίας. Δράσεις για πρόσφυγες και μετανάστες. Και άνθρωποι που κινούνται ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες, οργανώσεις και χώρους χωρίς να είναι πάντα σαφές στον εξωτερικό παρατηρητή ποιος έχει την ευθύνη, ποιος χρηματοδοτεί τη δράση και ποιος εποπτεύει τι.
Ο 26χρονος Αφγανός που έχει προφυλακιστεί κατηγορούμενος για τη δολοφονία της 38χρονης δεν παρουσιαζόταν δημόσια ως άνθρωπος του περιθωρίου. Το αντίθετο. Είχε δημιουργηθεί γύρω του η εικόνα ενός νεαρού πρόσφυγα που πέρασε δύσκολα, έφτασε ανήλικος στην Ελλάδα, ασπάστηκε τον χριστιανισμό, ασχολήθηκε με την πυγμαχία, παντρεύτηκε Αμερικανίδα εθελόντρια και στη συνέχεια ασχολήθηκε με ανθρωπιστική δράση. Μαζί με τη σύζυγό του ίδρυσαν τη χριστιανική οργάνωση Love Every Nation Athens, η οποία, σύμφωνα με τις δημόσιες αναφορές, παρείχε βοήθεια σε πρόσφυγες και οικογένειες μέσω τροφίμων, φαρμάκων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης.
Η ίδια η ιστοσελίδα της οργάνωσης, η οποία σύμφωνα με δημοσιεύματα αργότερα διαγράφηκε, παρουσίαζε την προσωπική ιστορία του ζευγαριού και το όραμά του να δημιουργήσει μαζί ένα «ministry». Και εδώ ακριβώς αρχίζει ένα δεύτερο επίπεδο της υπόθεσης. Η λέξη «ministry» στο αγγλοσαξονικό χριστιανικό περιβάλλον δεν σημαίνει υπουργείο. Σημαίνει θρησκευτική ή ιεραποστολική διακονία. Μπορεί να αφορά από μια πλήρως οργανωμένη εκκλησιαστική αποστολή μέχρι μια μικρή ιδιωτική πρωτοβουλία εθελοντών.
Τα «ευκτήρια»
Η συγκεκριμένη ιστορία επαναφέρει και ένα ευρύτερο ζήτημα που είναι ορατό σε αρκετές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας. Χώροι με επιγραφές «Church», «Ministry», «Christian Center», «Prayer House» ή παρόμοιες ονομασίες λειτουργούν -κατά κανόνα παράνομα- μέσα σε ισόγεια, υπόγεια ή διαμερίσματα. Η Κυψέλη και γενικότερα οι γειτονιές του κέντρου είναι γεμάτες από ministries. Το υπουργείο Παιδείας προβλέπει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ευκτήριου οίκου ή άλλου χώρου λατρείας, ενώ η χορηγηθείσα άδεια και ο αριθμός ΑΔΑ πρέπει να αναρτώνται σε εμφανές σημείο του χώρου.
Αρα ο έλεγχος είναι εξαιρετικά απλός: Οπου λειτουργεί πραγματικός χώρος λατρείας υπάρχει άδεια ή δεν υπάρχει. Ελεγχοι όμως δεν γίνονται και όταν γίνονται και διαπιστώνεται ότι είναι παράνομη η λειτουργία τους έχουν προηγηθεί καταγγελίες από πολίτες. Τα ministries δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην εγκληματικούς χώρους. Ομως η δολοφονία της 38χρονης αποδεικνύει ότι μια μικρή οργάνωση μπορούσε να διαθέτει πρόσβαση σε διαμερίσματα, να φιλοξενεί εθελοντές και να αναπτύσσει ανθρωπιστική δράση, ενώ η ευρύτερη δημόσια εικόνα για τη δομή, τη χρηματοδότηση και την εποπτεία της παραμένει μέχρι σήμερα εξαιρετικά περιορισμένη.
Και όταν ένας από τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν βρίσκεται πλέον προφυλακισμένος με την κατηγορία ότι δολοφόνησε μία γυναίκα που είχε έρθει στην Ελλάδα μέσα από αυτό ακριβώς το περιβάλλον εθελοντικής δράσης, η έρευνα δεν μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσει στη βαλίτσα. Πρέπει να ελεγχθούν σε βάθος τα πάντα!

«Μαύρη τρύπα» στην αγορά των εταιριών που διαχειρίζονται ακίνητα
Δεν πέσαμε, λοιπόν, από τα σύννεφα. Η φρίκη με το νεκρό βρέφος μέσα σε δοχείο, κρυμμένο σε βαλίτσα σε διαμέρισμα της Κυψέλης, μπορεί να σόκαρε ολόκληρη τη χώρα. Για όσους όμως ζουν καθημερινά στις πυκνοκατοικημένες γειτονιές του 6ου Δημοτικού Διαμερίσματος η υπόθεση άνοιξε ξανά μια παλιά και βαθιά πληγή. Πολυκατοικίες όπου κανείς δεν γνωρίζει ποιος μένει πού.
Διαμερίσματα που αλλάζουν χέρια και ενοίκους με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Κλειδιά εξώπορτας που κυκλοφορούν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Βραχυχρόνιες μισθώσεις που καταλήγουν σε μακροχρόνιες παραμονές. Ιδιοκτήτες που βρίσκονται εκατοντάδες ή χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Διαχειριστικές εταιρίες που αναλαμβάνουν δεκάδες ακίνητα και, όπως καταγγέλλουν κάτοικοι, πολλές φορές δεν έχουν πραγματική εικόνα για το τι συμβαίνει μέσα σε αυτά. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια ολόκληρη γειτονιά προσπαθεί να συνεχίσει να ζει σαν να είναι όλα φυσιολογικά. Δεν είναι.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε όταν ο διαχειριστής διαμερίσματος στην Κυψέλη πήγε στο ακίνητο για οικονομική εκκρεμότητα. Εκεί διαπίστωσε ότι στο σπίτι βρίσκονταν περισσότερα πρόσωπα από όσα γνώριζε ότι διέμεναν σε αυτό. Ακολούθησε αστυνομικός έλεγχος. Και τότε ήρθε η αποκάλυψη. Και εδώ αρχίζουν τα μεγάλα ερωτήματα:
• Ποιος έδωσε τα κλειδιά;
• Ποιος γνώριζε ποιοι πραγματικά έμεναν στο διαμέρισμα;
• Πόσοι είχαν δηλωθεί;
• Πόσοι έμεναν στην πραγματικότητα;
• Ποιος έκανε την κράτηση;
• Ποιος πλήρωνε;
• Γιατί υπήρχε οικονομική οφειλή εφόσον μιλάμε για βραχυχρόνια μίσθωση;
• Υπήρχε συμφωνία εκτός πλατφόρμας;
• Υπήρχε παράταση διαμονής;
• Ποιος είχε εξουσιοδότηση από τον ιδιοκτήτη;
• Ποιος είχε στα χέρια του τα κλειδιά;
• Και, τελικά, ποιος είχε την ευθύνη να γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα στο ακίνητο;
Αυτά δεν είναι κουτσομπολιά.
Είναι ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν.
Γιατί όταν μια υπόθεση τέτοιου μεγέθους αποκαλύπτεται σχεδόν τυχαία, επειδή κάποιος πήγε να ζητήσει χρήματα, τότε υπάρχει πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από ένα και μόνο διαμέρισμα. Οι πολυκατοικίες δεν είναι ξέφραγο αμπέλι. Οταν υπάρχουν συγκεκριμένα περιστατικά, απειλές, βία, χρήση ή διακίνηση ναρκωτικών, καταστροφές, παραβιάσεις κοινόχρηστων χώρων ή ανεξέλεγκτη είσοδος προσώπων με κλειδιά μιας πολυκατοικίας, οι κάτοικοι έχουν δικαίωμα να ζητούν προστασία. Δεν είναι «υστερία». Δεν είναι «ρατσισμός». Δεν είναι «φοβικό σύνδρομο». Είναι το αυτονόητο δικαίωμα ενός ανθρώπου να ξέρει ότι μπορεί να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του χωρίς να αισθάνεται ότι ζει σε χώρο όπου κανείς δεν ελέγχει τίποτα.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει και ένα ευρύτερο πρόβλημα στην αγορά των διαχειριστικών εταιριών. Εταιρίες αναλαμβάνουν δεκάδες ή εκατοντάδες ακίνητα για λογαριασμό ιδιοκτητών που πολλές φορές δεν έχουν καμία άμεση σχέση με τη γειτονιά και σε αρκετές περιπτώσεις βρίσκονται ακόμα και στο εξωτερικό. Οσο αυξάνεται ο αριθμός των ακινήτων τόσο μεγαλώνει και ο κίνδυνος η «διαχείριση» να περιορίζεται στην παράδοση κλειδιών, στην είσπραξη χρημάτων και την καθαριότητα ανάμεσα στις κρατήσεις. Οι εταιρίες διαχείρισης δεν μπορούν να λειτουργούν στον αυτόματο πιλότο.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρειες. Πρόκειται για την αλυσίδα που εξηγεί πώς ένα διαμέρισμα μιας κανονικής πολυκατοικίας μετατράπηκε σε χώρο όπου τελικά αποκαλύφθηκε μια τέτοια φρίκη. Η Κυψέλη ήδη πληρώνει χρόνια την εγκατάλειψη. Στην περιοχή υπάρχουν εκατοντάδες ακίνητα που χρησιμοποιούνται για βραχυχρόνια ή άλλης μορφής προσωρινή μίσθωση.
Και υπάρχει ένα κράτος που εμφανίζεται μόνο αφού το πρόβλημα έχει ήδη εκραγεί. Και εν προκειμένω χρειάστηκε μια οικονομική εκκρεμότητα και μια επίσκεψη στο ακίνητο για να ανοίξει η πόρτα σε μια υπόθεση φρίκης. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική λειτουργία ενός συστήματος διαχείρισης κατοικιών. Είναι καμπανάκι. Και αυτή τη φορά είναι πολύ αργά για το παιδί που βρέθηκε μέσα στη βαλίτσα.
4.500 οι σεσημασμένοι που πρέπει να δίνουν το «παρών» στα δύο Α.Τ.
Υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο που δείχνει το βάρος που σηκώνουν οι συγκεκριμένες γειτονιές. Σύμφωνα με παλαιότερη «απόρρητη αναφορά της ΕΛ.ΑΣ.» που έχει δει το φως της δημοσιότητας για πρόσωπα με περιοριστικούς όρους, στο Τμήματα Ασφαλείας του Αγίου Παντελεήμονα και της Κυψέλης υποχρεούνται να παρουσιάζονται περίπου 4.500 άτομα. Μόνο στα δύο αυτά τμήματα.
Μιλάμε για πληθυσμό κωμόπολης ή και μικρής πόλης. Και μιλάμε μόνο για ανθρώπους που έχουν ήδη περάσει από τη Δικαιοσύνη και έχουν συγκεκριμένη υποχρέωση εμφάνισης. Δεν μιλάμε για το σύνολο της εγκληματικότητας και για όσους δεν έχουν εντοπιστεί. Αυτό από μόνο του εξηγεί γιατί οι κάτοικοι ζητούν εδώ και χρόνια περισσότερη αστυνόμευση και πραγματική παρουσία του κράτους. Ζητούν να «καθαρίσει» επιτέλους το κέντρο της Αθήνας.

0 Σχόλια