Η πρόσφατη ισχυρή έκρηξη στην Πλάκα (επί της οδού Λυσικράτους στις 25 Σεπτεμβρίου 2026), η οποία αποδίδεται σε διαρροή φυσικού αερίου και οδήγησε στην κατάρρευση κτιρίου, επανέφερε στο προσκήνιο την έντονη πολιτική και κοινωνική κριτική για το μοντέλο των ιδιωτικοποιήσεων, αναφέρει ο ελληνικός τύπος.
Ανάρτηση ιστοσελίδας στο διαδίκτυο αναφέρει: "Δώσαμε τον σιδηρόδρομο στην κρατική ιταλική εταιρεία για να τον «αποκρατικοποιήσουμε».
Δώσαμε όμως και το δίκτυο διανομής φυσικού αερίου στην italgas που ελέγχεται επίσης από το ιταλικό κράτος, επίσης για να το «αποκρατικοποιήσουμε».
Μέχρι στιγμής έχουμε το μεγαλύτερο τροχαίο έγκλημα στην ελληνική ιστορία και τις δύο μεγαλύτερες εκρήξεις στο κέντρο της Αθήνας, αλλά ουδείς δεν έχει στηλιτεύσει το ασύλληπτο έγκλημα να εκχωρούνται κρατικές υποδομές σε τρίτο κράτος".
Το ζήτημα είναι άκρως σοβαρό για την χώρα μας, μιας και πολλοί μιλούν για μελλοντική ιδιωτικοποίηση και του νερού, που είναι βασικό αγαθό για τους πολίτες.
Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και κρίσιμα ζητήματα της σύγχρονης ελληνικής οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας, αφού εθνικές υποδομές στρατηγικής σημασίας περνούν υπό τον έλεγχο εταιρειών που ανήκουν σε άλλα κράτη.
Αντίστοιχα, τα περιστατικά στα δίκτυα διανομής αερίου προκαλούν έντονη ανησυχία για την ποιότητα συντήρησης των υποδομών.
Η διαδικασία της αποκρατικοποίησης, η οποία προωθήθηκε εντατικά κατά τη διάρκεια των μνημονίων με το επιχείρημα της απομάκρυνσης του κράτους από την επιχειρηματική δραστηριότητα και της εισροής ιδιωτικών κεφαλαίων, οδήγησε συχνά στη μεταβίβαση δημόσιων παγίων (όπως η Hellenic Train / πρώην ΤΡΑΙΝΟΣΕ στην κρατική ιταλική Ferrovie dello Stato Italiane και η ΔΕΠΑ Υποδομών στην Italgas, η οποία ελέγχεται έμμεσα από το ιταλικό δημόσιο μέσω της CDP Reti) σε ξένους κρατικούς μονοπωλιακούς ομίλους.
Μετά από περιστατικά όπως αυτό στην Πλάκα ή η παλαιότερη μεγάλη έκρηξη στη Λεωφόρο Συγγρού (Ιανουάριος 2022), αναδεικνύεται από επικριτές, συλλογικότητες και μερίδα του τύπου το ερώτημα για το κατά πόσο οι επενδύσεις των ξένων ομίλων εστιάζουν στην ουσιαστική αναβάθμιση και ασφάλεια των δικτύων ή αν η διαχείριση γίνεται με όρους καθαρά εισπρακτικούς.
Από την άλλη πλευρά, η εταιρεία και υποστηρικτές της ιδιωτικοποίησης προβάλλουν τα επενδυτικά πλάνα (όπως το Στρατηγικό Σχέδιο της Italgas) που προβλέπουν ψηφιοποίηση και επέκταση του δικτύου, υποστηρίζοντας ότι τα αίτια τέτοιων ατυχημάτων συχνά εντοπίζονται σε εσωτερικές εγκαταστάσεις κτιρίων ή αυτόνομους λέβητες και όχι στο κεντρικό δίκτυο διανομής.
Οι πολέμιοι αυτών των συμφωνιών τονίζουν ότι η εκχώρηση φυσικών μονοπωλίων (όπως οι σιδηρόδρομοι και οι αγωγοί ενέργειας) στερούν από το ελληνικό δημόσιο τον έλεγχο σε κρίσιμους τομείς ασφαλείας.
Η κριτική που ασκείται επικεντρώνεται στο αν οι ξένοι αυτοί όμιλοι υλοποίησαν τις δεσμεύσεις τους για εκσυγχρονισμό, αναβάθμιση και ασφάλεια των δικτύων ή αν περιορίστηκαν στη διαχείριση των εσόδων.
Το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών ανέδειξε με τον πιο οδυνηρό τρόπο τις χρόνιες παθογένειες, την έλλειψη συστημάτων ασφαλείας και τη σύγχυση αρμοδιοτήτων μεταξύ του διαχειριστή της υποδομής (ΟΣΕ) και της εταιρείας λειτουργίας (Hellenic Train), παρόλο που πολλά βελτιώθηκαν 3 χρόνια μετά.
Πολλοί αναλυτές, νομικοί και πολιτικοί φορείς έχουν στηλιτεύσει το γεγονός ότι κρίσιμα δίκτυα (μεταφορές, ενέργεια), τα οποία αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της εθνικής οικονομίας και ασφάλειας, εκχωρήθηκαν σε ξένα κρατικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα τα κέρδη να κατευθύνονται εκτός χώρας, ενώ το ελληνικό δημόσιο συχνά συνεχίζει να επιδοτεί τις άγονες γραμμές ή να επωμίζεται το κόστος των βασικών υποδομών.
Η συζήτηση για το αν αυτού του είδους οι συμφωνίες εξυπηρέτησαν το δημόσιο συμφέρον ή αν αποτέλεσαν μια μορφή οικονομικής αφαίμαξης παραμένει ανοιχτή και αποτελεί αντικείμενο έντονης πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα.
0 Σχόλια