Απευθύνομαι στους Παριανούς στους Κυκλαδίτες αλλά και σε όλους όσους αφορά το θέμα ανεξαρτήτου τόπου καταγωγής ή διαμονής , στους επισκέπτες, στους επενδυτές, στους ιδιοκτήτες ακινήτων και επιχειρήσεων, στους ψηφοφόρους, στους πολιτικούς, στους αγωνιστές και στους όψιμους σωτήρες του νησιού.
Απευθύνομαι στους Παριανούς στους Κυκλαδίτες αλλά και σε όλους όσους αφορά το θέμα ανεξαρτήτου τόπου καταγωγής ή διαμονής , στους επισκέπτες, στους επενδυτές, στους ιδιοκτήτες ακινήτων και επιχειρήσεων, στους ψηφοφόρους, στους πολιτικούς, στους αγωνιστές και στους όψιμους σωτήρες του νησιού.
Απευθύνομαι, δηλαδή, σε όλους μας.
Γιατί αυτό που αντικρίζω σήμερα δεν είναι απλώς μια Πάρος που άλλαξε.
Είναι μια Πάρος που, σε μεγάλο βαθμό, καταστράφηκε.
Για χρόνια έβλεπα πολλούς να ξεπουλούν, λίγο λίγο, την ψυχή του νησιού για λίγα φράγκα. Ύστερα για περισσότερα. Και μετά για ακόμη περισσότερα, επειδή όσα και αν κερδίσουν ποτέ δεν τους φτάνουν, ιδίως όταν ο γείτονας έβγαλε περισσότερα την προηγούμενη χρονιά.
Και όταν τα έσοδα δεν ξεπερνούν εκείνα της περασμένης σεζόν, αρχίζει η γκρίνια. Λες και η Πάρος δημιουργήθηκε αποκλειστικά για να αυξάνει κάθε χρόνο τον τζίρο μας.
Είδα χωράφια να μετατρέπονται σε ευκαιρίες, ξερολιθιές να θεωρούνται εμπόδια, αμμουδιές να αντιμετωπίζονται ως επιχειρηματικά σχέδια και κάθε ελεύθερη θέα προς τη θάλασσα να γίνεται οικόπεδο με «ανεμπόδιστο ορίζοντα» — μέχρι να χτιστεί μπροστά της το επόμενο συγκρότημα.
Είδα να χτίζουμε, να πουλάμε, να νοικιάζουμε, να επεκτείνουμε, να περιφράσσουμε, να καταλαμβάνουμε και να βαφτίζουμε όλα αυτά «ανάπτυξη».
Και τώρα, ξαφνικά, ακούω φωνές.
Φωνές για τις παραλίες που γέμισαν ομπρελοκαθίσματα, λες και φύτρωσαν μόνες τους μετά την πρώτη ανοιξιάτικη βροχή.
Φωνές για τα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, λες και προσγειώθηκαν νύχτα από άλλον πλανήτη, χωρίς άδειες, υπογραφές, συμφωνίες, μεσολαβήσεις και ανθρώπους πρόθυμους να πουλήσουν.
Φωνές για την κίνηση, τα σκουπίδια, το νερό, την αποχέτευση, το ηλεκτρικό ρεύμα και την ανεπάρκεια των δρόμων.
Και απορώ.
Πότε ακριβώς πιστέψαμε ότι ένα νησί μπορεί να φιλοξενεί απεριόριστες βίλες, πισίνες, δωμάτια, εξοχικά, resort, beach bars και αυτοκίνητα χωρίς να καταρρεύσει;
Πότε θεωρήσαμε ότι οι υποδομές θα επεκτείνονται μαγικά, ακολουθώντας την ταχύτητα της οικοδομής και της απληστίας μας;
Πότε αποφασίσαμε ότι το νερό είναι ανεξάντλητο, ότι η γη δεν έχει όρια και ότι η θάλασσα μπορεί να μετατραπεί σε σκηνικό για ατελείωτες σειρές από ξαπλώστρες;
Απευθύνομαι και στους επισκέπτες-επενδυτές, στους ιδιοκτήτες ακινήτων και επιχειρήσεων, σε όσους αγόρασαν ένα κομμάτι Πάρου για να απολαμβάνουν την «αυθεντικότητά» της, αφού πρώτα εξαφάνισαν οτιδήποτε αυθεντικό υπήρχε επάνω του.
Σε όσους θέλουν κυκλαδίτικο τοπίο, αλλά με πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων.
Παραδοσιακή αρχιτεκτονική, αλλά με υπόγεια, ημιυπόγεια, ξενώνες, γυμναστήριο, πέργκολες, ιδιωτικό δρόμο και χώρο προσγείωσης ελικοπτέρου.
Ησυχία, αλλά και beach club λίγα λεπτά μακριά.
Απομόνωση, αλλά και άμεση πρόσβαση σε όλες τις ανέσεις.
Αγνή φύση, αρκεί να είναι πλήρως κλιματιζόμενη.
Απευθύνομαι και στους ψηφοφόρους που επί χρόνια επιβράβευαν εκείνους που υπόσχονταν ότι θα τακτοποιήσουν, θα διευκολύνουν, θα παρακάμψουν και θα κάνουν τα στραβά μάτια.
Σήμερα οι ίδιοι ψηφοφόροι αγανακτούν επειδή το νησί έγινε ακριβώς αυτό που, άμεσα ή έμμεσα, αποδέχτηκαν και ενίσχυσαν.
Γιατί η καταστροφή δεν έγινε ερήμην μας.
Ψηφίστηκε.
Υπογράφηκε.
Πουλήθηκε.
Διαφημίστηκε.
Και σε πολλές περιπτώσεις γιορτάστηκε με σαμπάνια δίπλα σε πισίνα υπερχείλισης.
Απευθύνομαι, βέβαια, και στους πολιτικούς υπευθύνους που διοίκησαν το νησί επί δεκαετίες.
Σε όσους μπέρδεψαν την ανάπτυξη με την ασυδοσία, τον σχεδιασμό με την εξυπηρέτηση και τη διοίκηση με τη διαχείριση της επόμενης εκλογικής πελατείας.
Σε όσους κοίταζαν αλλού όταν έπρεπε να ελέγξουν και εμφανίζονται σήμερα μπροστά στις κάμερες με το ύφος ανθρώπων που μόλις αποβιβάστηκαν στο νησί και αναρωτιούνται ποιος έριξε όλο αυτό το μπετόν.
Δεν μπορώ να δεχτώ ότι κανείς δεν γνώριζε.
Δεν μπορώ να δεχτώ ότι όλα έγιναν ξαφνικά.
Δεν μπορώ να δεχτώ ότι επί τόσα χρόνια κανείς δεν έβλεπε, κανείς δεν άκουγε και κανείς δεν είχε ευθύνη.
Απευθύνομαι ακόμη και στους αγωνιστές.
Πρώτα στους πραγματικούς, στους λίγους, που μίλησαν όταν η σιωπή ήταν πιο βολική και πιο προσοδοφόρα. Σε εκείνους που συγκρούστηκαν χωρίς προσωπικό όφελος, που προειδοποίησαν εγκαίρως και πλήρωσαν το κόστος της στάσης τους.
Αλλά απευθύνομαι και στους υπόλοιπους.
Στους επαγγελματίες της αγανάκτησης.
Στους αγωνιστές του Facebook.
Στους επαναστάτες της θερινής περιόδου.
Στους υπερασπιστές του τοπίου που ανακαλύπτουν την οικολογία μόνο όταν μια επένδυση χαλάει τη δική τους θέα, περιορίζει τη δική τους πρόσβαση ή θίγει το δικό τους συμφέρον.
Δεν πιστεύω ότι όλοι είναι άδολοι.
Δεν πιστεύω ότι όλοι είναι αληθινοί.
Δεν πιστεύω ότι όλοι αγαπούν την Πάρο περισσότερο από την προσωπική τους προβολή, την πολιτική τους επιβίωση ή το οικονομικό τους συμφέρον.
Και κάπως έτσι, ξυπνήσαμε ένα πρωί και διαπιστώσαμε ότι η Πάρος δεν «άλλαξε».
Η Πάρος καταστράφηκε.
Δεν έχασε απλώς λίγη από τη γραφικότητά της.
Έχασε το μέτρο της.
Έχασε τη μνήμη της.
Έχασε τη σιωπή της.
Έχασε τη νύχτα της.
Έχασε τις ακτές της, τα μονοπάτια της, τις ξερολιθιές της, τους ανοιχτούς ορίζοντες και ένα σημαντικό μέρος της αξιοπρέπειάς της.
Και στη θέση τους απέκτησε στάχτη, μπετά, κυκλοφοριακό χάος, αμέτρητες πισίνες, περιφράξεις και ατελείωτες σειρές από ομπρελοκαθίσματα.
Απέκτησε και καταλόγους εστιατορίων όπου η παριανή κουζίνα εμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε «γαστρονομική εμπειρία».
Με σαλάτα δεκαεννέα ή είκοσι πέντε ευρώ.
Με βαπτισμένη ξινομυζήθρα.
Με βινεγκρέτ συκοφραγκοστάφυλλου.
Με αφρό κάπαρης.
Με αποδομημένο ρεβίθι.
Και με κάποιον να μας εξηγεί σοβαρά ότι όλα αυτά αποτελούν «σύγχρονη ανάγνωση της κυκλαδίτικης παράδοσης».
Η κυκλαδίτικη παράδοση, βέβαια, έχει ήδη αποδομηθεί πλήρως.
Χωρίς καν βινεγκρέτ.
Δεν θέλω, όμως, να περιοριστώ στην καταγγελία και στον σαρκασμό.
Γιατί η εύκολη αγανάκτηση δεν σώζει κανέναν τόπο.
Δεν θέλω να αναζητήσω έναν βολικό ένοχο, ώστε όλοι οι υπόλοιποι να αισθανθούμε αθώοι.
Δεν θα κατηγορήσω μόνο τους ξένους, μόνο τους ντόπιους, μόνο τους πολιτικούς, μόνο τους επιχειρηματίες ή μόνο τους επισκέπτες.
Πιστεύω ότι η ευθύνη είναι συλλογική, έστω και αν δεν είναι ισόποση.
Άλλοι αποφάσισαν.
Άλλοι υπέγραψαν.
Άλλοι πούλησαν.
Άλλοι αγόρασαν.
Άλλοι εκμεταλλεύτηκαν.
Άλλοι ψήφισαν.
Άλλοι σιώπησαν.
Και άλλοι απλώς απόλαυσαν το αποτέλεσμα μέχρι να γίνει ενοχλητικό και για τους ίδιους.
Η Πάρος δεν πρόκειται να σωθεί με αναρτήσεις, συνθήματα, θυμωμένα σχόλια και φωτογραφίες από ηλιοβασιλέματα.
Χρειάζεται σχέδιο.
Χρειάζεται όρια.
Χρειάζεται ελέγχους που δεν θα εξαντλούνται στους αδύναμους και δεν θα εξαφανίζονται μπροστά στους ισχυρούς.
Χρειάζεται πραγματική προστασία των παραλιών, των μονοπατιών, των ξερολιθιών, των υγροτόπων, των παραδοσιακών οικισμών και της γεωργικής γης.
Χρειάζεται αποκατάσταση του φυσικού τοπίου.
Χρειάζεται περιορισμό της υπερδόμησης.
Χρειάζεται σοβαρή διαχείριση του νερού, των απορριμμάτων, της ενέργειας και της κυκλοφορίας.
Χρειάζεται δημόσιο χώρο που να παραμένει πράγματι δημόσιος.
Θέλω να δω όλους εκείνους που σήμερα διαμαρτύρονται να οργανώνονται και να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Τον Δήμο.
Τους συλλόγους.
Τους κατοίκους.
Τους νέους ιδιοκτήτες.
Τους μικρούς και τους μεγάλους επιχειρηματίες.
Τα πεντάστερα και τα μη πεντάστερα.
Τα gourmet και τα μη gourmet.
Τα εστιατόρια, τα ξενοδοχεία, τα beach bars, τις εταιρείες διαχείρισης ακινήτων και όλους όσοι κερδίζουν από το νησί.
Όχι με δράσεις για τη φωτογραφία.
Όχι με μια δενδροφύτευση τον Νοέμβριο και άλλες είκοσι πισίνες τον Μάιο.
Όχι με ημερίδες περί βιωσιμότητας σε αίθουσες ξενοδοχείων που καταναλώνουν νερό και ενέργεια όσο ένα μικρό χωριό.
Αλλά με συγκεκριμένο πρόγραμμα.
Με στόχους.
Με χρονοδιάγραμμα.
Με δεσμεύσεις.
Με διαφάνεια.
Με δημόσιο απολογισμό.
Θέλω να σωθεί ό,τι απέμεινε.
Θέλω να αποκατασταθεί ό,τι μπορεί ακόμη να αποκατασταθεί.
Θέλω να αναβιώσει το φυσικό τοπίο, η παράδοση και η Πάρος της καρδιάς μας.
Όχι η Πάρος ως εμπορικό σήμα.
Όχι η Πάρος ως επενδυτικό προϊόν.
Όχι η Πάρος ως σκηνικό για φωτογραφίες και πρόσκαιρα κέρδη.
Αλλά η Πάρος ως πραγματικός τόπος ζωής.
Η Πάρος που θα ήθελα να γνωρίσουν οι επόμενες γενιές.
Μια Πάρος που δεν θα χρειάζονται παλιές φωτογραφίες για να πιστέψουν ότι κάποτε υπήρξε.
Γιατί προς το παρόν, κάτω από τη χρυσόσκονη της «ανάπτυξης», εγώ βλέπω κάτι πολύ πιο απλό:
Στάχτη.
Μπετά.
Ομπρελοκαθίσματα.
Και πάνω στο τραπέζι, μια πανάκριβη σαλάτα με βαπτισμένη ξινομυζήθρα και βινεγκρέτ συκοφραγκοστάφυλλου.
Μια σαλάτα που κανείς δεν αναγνωρίζει πια, γιατί τα κάναμε σαλάτα όπως έλεγαν οι παλιότεροι .
Ακριβώς όπως και την Πάρο μας .
Η παρακάτω φωτογραφία συμπυκνώνει πολλά από τα παραπάνω!
0 Σχόλια