Ad Code

Responsive Advertisement

Η δική μας 11η Σεπτεμβρίου: Η αφαγή των νηπίων στην Σάντα


Εκατόν δύο χρόνια πριν, την 11η Σεπτεμβρίου 1921, πάνω από 500 Ελληνίδες και Έλληνες της Σάντας του Πόντου, κυνηγημένοι από τους Γενοκτόνους Τούρκους, και για να μην προδοθούν, αποφάσισαν να θυσιάσουν επτά νήπια, των οποίων το κλάμα αποκάλυπτε τη θέση τους.


Τα βρέφη της Σάντας έσωσαν τους γονείς τους, τα αδέλφια τους, τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους και αποτελούν την κορυφαία ίσως, τραγική στιγμή του Ελληνικού Ολοκαυτώματος.

Μια επώδυνη πράξη που σημάδεψε τις επτά μητέρες που αποχωρίστηκαν τα σπλάχνα των σπλάχνων τους και πριν τις κρίνετε με τα σημερινά δεδομένα σκεφτείτε…

Η Γενοκτονία των Ελλήνων που ζούσαν στο οθωμανικό κράτος, αποτέλεσε την τραγικότερη σελίδα της ζωής του Ελληνισμού και στοίχισε τη ζωή σε 1.000.000 Έλληνες.

Ιδιαίτερη θέση σε αυτήν την περίοδο κρατά η γυναίκα και το μικρό παιδί, τα οποία αποτέλεσαν αφενός συγκεκριμένο στόχο του προμελετημένου εγκλήματος, λόγω του ειδικού τους βάρους στην κοινωνία και την οικογένεια, αφετέρου ήταν αποδέκτες όλων των επιπτώσεων της γενοκτονίας (χηρεία, προσφυγιά, βιασμός, ορφάνια κ.ά).

Μετά τη δολοφονία των ανδρών, οι γυναίκες αποτέλεσαν το μέρος εκείνο του πληθυσμού, πάνω στο οποίο κάθε χτύπημα θα επέφερε σημαντικό πλήγμα συνολικά στην εθνική συνοχή!

Κάθε δολοφονία πόντιας γυναίκας στερούσε από τον Ελληνισμό τη βιολογική του συνέχεια.

Όπου δεν μπορούσε να γίνει αυτό, υπήρχε ο βιασμός και η μητρότητα, μετατρεπόταν σε ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, σε παντοτινή υπενθύμιση του εγκλήματος.

Παράλληλα υπήρχε ο βιασμός των εγκύων και μετέπειτα η δολοφονία μητέρας και εμβρύου, υπήρχε ο εγκλεισμός χιλιάδων γυναικών σε τουρκικά σπίτια όπου ο βιασμός και τα μαρτυρία ήταν σε καθημερινή βάση μέχρι να φύγει η ψυχή από το σώμα.

Με αυτά τα δεδομένα, υπήρξε μία ομάδα γυναικών και παιδιών, η οποία κάτω από ιδιαίτερα πιεστικές συνθήκες, έχασε τη θρησκευτική και εθνική της ταυτότητα και οδηγήθηκε για πάντα στο σκοτάδι της άγνοιας της καταγωγής και της προέλευσης.

Ενδεικτικές καταγραφές Ελληνόφωνων, μουσουλμάνων ή /και κρυπτοχριστιανών γυναικών και παιδιών υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Το Σεπτέμβριο του 1921 οι αντάρτες μαζί με το δυσκίνητο αυτό σώμα των γυναικόπαιδων, δέχτηκαν επίθεση. Η διαφυγή ήταν δύσκολη και η μόνη λύση ήταν να σταλούν μόνες οι γυναίκες και τα παιδιά σε ασφαλές σημείο.

Η απόφαση συνάντησε την άρνηση των γυναικών, και η κατάσταση έγινε τραγική ακόμη περισσότερο με τα κλάματα των μικρών παιδιών.

Τότε «πολλά παιδιά, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους και μη θέλοντας να χωρισθούν εκ ημών, τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου».

Ο αρχηγός των ανταρτών της Σάντας καπετάν Ευκλείδης Κουρτίδης στο ημερολόγιο του γράφει ότι «ο στρατός, όταν είδε ότι δεν είμαστε εκεί επροχώρησαν μέχρι το λημέρι και το βρήκαν άδειο και ανέβηκαν εις Μερτσιάν Λιθάρ, όπου βρήκαν τα έξι μικρά σκοτωμένα και αμέσως ειδοποίησαν τον Μέραρχον και ήλθαν επί τόπου. Και όταν είδε τα μικρά σφαγμένα διέταξε αμέσως τον στρατόν να φύγουν πίσω και να μαζευθούν όλοι στη Σάντα και εκείθεν να πάνε πίσω λέγων ότι οι άνθρωποι που σφάζουν τα παιδιά τους είνε αδύνατον να παισθούν και ως εκ τούτο είνε περιττόν να μείνωμε…»

Reactions

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

Ad Code

Responsive Advertisement