Ad Code

Responsive Advertisement

Τι παθαίνουν κάποιοι από αυτούς που εμπορεύονται την σάτιρα στην Ελλάδα;


Τι έπαθε ο Λάκης, ο Κανάκης και διάφοροι άλλοι; 

Ποιά είναι η στιγμή που από «δικά μας παιδιά» γίνονται αντιπαθείς ξερόλες;. Ποια όρια ξεπερνούν;
.
Ο Λάκης στους δέκα μικρούς Μήτσους ήταν κοσμαγάπητος. Στο αλ τσαντίρι τα πρώτα χρόνια ήταν θαυμάσιος. Τι άλλαξε μετά; Πάμε να δούμε. Στους δέκα μικρούς μήτσους, ο Λάκης υπήρχε σε κάθε μήτσο από λίγο, αλλά πουθενά ολόκληρος. Δεν έβλεπες τα τρίσβαθα της πίκρας του, της ενδεχόμενης μοναξιάς του και τα ψυχικά του κολλήματα. Είχε μοιράσει το ταλέντο του και τον δύσκολο εαυτό του σε δέκα προσωπεία. Δεν φαινόταν καθαρά ο «μέγας καθοδηγητής». 

Όλα καλά! 

Στο αλ τσαντίρι ξεκίνησε σαν γύφτος. Έξυπνο. Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς βάζουν τους τρελούς, τους κλόουν, τους παλιάτσους και τους περιθωριακούς να λένε τις αλήθειες, για να βρίσκονται στο ύψος του θεατή και θεατρική αδεία ακόμα και πιο χαμηλά. 

Ο Λάκης στα πρώτα χρόνια έλεγε τις αλήθειες κάτω απ το επίπεδο του θεατή. 

Από το ταπεινό πιθάρι του Διογένη. Σιγά σιγά όμως άρχισε να ανεβαίνει σκαλοπάτια. Έπαψε να λέει τις αλήθειες του από κάτω προς τα πάνω. Άρχισε να τις λέει από πάνω προς τα κάτω. Ποιός όμως «τα λέει» από πάνω προς τα κάτω; 

Μα η εξουσία! 

Ο Λάκης έγινε εξουσία. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μην το ψάχνουμε, στα μάτια των θεατών έγινε σιγά σιγά εξουσία. Η εξουσία δεν σατιρίζει. Αυτό ειναι ένα όπλο-άμυνα του εξουσιαζόμενου. Η σάτιρα κινείται από κάτω. Βράζει στα υπόγεια καζάνια της συλλογικής ψυχής. Η σάτιρα χτυπά με άπερκατ. Οχι με ντιρέκτ. 

Ο Λάκης έγινε διδακτικός, καθοδηγητής μαζών, ανέβηκε στην έδρα. Πέρασε το ποταμάκι και έγινε μέρος αυτού που σατίριζε.
.

Οι ράδιο Αρβύλα 


Ξεκίνησαν και έγιναν αγαπητοί ως χαβαλέδες, δηλαδή ως οι τρελοί θρασείς του χωριού. Τα αστεία τους είχαν την αυθεντικότητα και την ατσαλοσύνη μαθητών γυμνασίου. Αντρικά όπως συνηθίζεται να λέμε, κυρίως χοντρά αστεία που έμοιαζαν περισσότερο με κράξιμο παρά με σάτιρα. Είχαν κι αυτά το γούστο τους και την ώρα τους. 

Από κάποια στιγμή και πέρα όμως, πες γιατί βγάλανε χρήμα, πες γιατί τους κάθονταν οι γυναίκες, πες γιατί τους παρακαλούσαν τα κανάλια, πες γιατί νόμισαν πως επηρεάζουν κόσμο, την ψώνισαν. Μικρομεγάλωσαν. Έπαψαν να ειναι μαθητές και γίναν γυμνασιάρχες. Σηκώθηκε σιγά σιγά το δαχτυλάκι κι έβγαλαν χάρακα και βίτσα. 

Έπαθαν κοινωνικό βέρτικο. 
Έχασαν την μεζούρα του εαυτού τους.
.
Δεν είναι οι μόνοι. Οι περισσότεροι που μπλέκουν με την λαϊκή αγάπη μέσω μίντια το παθαίνουν. Γιατί η λαϊκή άγαπη είναι λατρευτική και ξελογιάστρα. Σου κάνει Κίνκι σεξ και σε παρακαλάει να «ξεφύγεις» λίγο από τα όρια για να το φχαριστηθεί. Πως να της πεις οχι.
.
Ξέρετε, δυο γειτόνισσες που βρίσκονται στις αυλές των σπιτιών τους, σκουπίζουν και πειράζουν η μια την άλλη, είναι χιούμορ, έστω πλάκα. Αν η μια ανεβεί στο μπαλκόνι κι αρχίσει να φωνάζει τα ίδια πράγματα από κει πάνω, είναι κράξιμο. Οι περισσότεροι που αποκτούν μιντιακή εξουσία υποπίπτουν στην ξεκούραστη αλλά εκδικητική ευκολία του μπαλκονάτου κραξίματος. Το χιούμορ και η αλήθεια της σάτιρας για να σπάζουν κόκκαλα πρέπει να κυκλοφορούν σαν παράνομα ναρκωτικά. Στις σκιές. Άμα ανεβουν στα μπαλκόνια, χεστα!
.
ΥΓ: Βάζω κατόπιν εορτής και ένα υστερογραφάκι γιατί σκέφτηκα ένα ωραίο και δεν θέλω να το χάσω. Ο κόσμος δέχεται καλύτερα την σάτιρα από αυτόν που αυτοσαρκάζεται. Γιαυτό αυτός που σατιρίζει μασκαρεύεται «τρελός», ή κοροϊδευει πρώτα τον εαυτό του. Είναι σαν να λέει, « εγώ είμαι μεγάλος μαλ@κας, αλλά τώρα θα μιλήσουμε για το πόσο μεγαλος μ@λ@κας είσαι εσύ»...
Reactions

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

Ad Code

Responsive Advertisement